Από πού κρατάει η σκούφια γνωστών φράσεων που λέμε καθημερινά | okoursaros

Από πού κρατάει η σκούφια γνωστών φράσεων που λέμε καθημερινά

Κοινοποιήστε το άρθρο:

Ο συγγραφέας Νίκος Σαραντάκος εξηγεί γιατί χρωστάμε στη Μιχαλού και τι τρέχει στα γύφτικα

*Γράφει η Μαργαρίτα Τζαγκαράκη

«Έχω βγάλει την μπέμπελη» λέει ένας συνάδελφος στο γραφείο με άλλους να απαντούν «κάτι τρέχει στα γύφτικα». Κι εκεί που κάποιοι δίνουν την αίσθηση ότι «σηκώνουν το δικό τους μπαϊράκι» και «τρώνε τα νύχια τους για καβγά» σκέφτομαι ότι δεν θα αργήσει η ώρα που θα «φάμε τα λυσσακά μας»…

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά στον προφορικό λόγο για να περιγράψουμε συγκεκριμένες καταστάσεις.

Ξέρουμε όμως από πού κρατά η σκούφια τους;

Ο κ. Νίκος Σαραντάκος, είναι συγγραφέας, μεταφραστής και μπλόγκερ. Ζει κυρίως στο Λουξεμβούργο και διατηρεί το δικό του ιστολόγιο (www.sarantakos.wordpress.com) για την γλώσσα, την λογοτεχνία, τα λόγια του αέρα, τις λέξεις που χάνονται. Καθημερινά αναλύει την ετυμολογία λέξεων και εκφράσεων που όλοι γνωρίζουμε και αποδομεί παγιωμένες αντιλήψεις για τη γλώσσα που αναπαράγονται άκριτα.

Πολλές από αυτές έχουν τη ρίζα τους στην Αρχαία Ελλάδα ή στα βυζαντινά χρόνια, άλλες στην λαϊκή παράδοση κι άλλες στην εκκλησιαστική παράδοση. Παρ’ όλα τα χρόνια που έχουν περάσει, αυτές διατηρούν τη διαχρονικότητά τους μια και οι ανάγκες, οι φοβίες, τα ανθρώπινα πάθη, παραμένουν τα ίδια ανά τους αιώνες.

Ο κ. Σαρανατάκος παραθέτει τον ορισμό τους, ανιχνεύει την προέλευσή τους, βρίσκει αντιστοιχίες σε άλλες γλώσσες ή στα αρχαία και παλαιότερα ελληνικά. Τέλος, έχοντας αποδελτιώσει εκατοντάδες έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, παραθέτει ένα ή περισσότερα λογοτεχνικά αποσπάσματα για κάθε έκφραση -από τον Μακρυγιάννη και τον Παπαδιαμάντη έως τον Καραγάτση, τον Ταχτσή και τους νεότατους συγγραφείς. Φυσικά, δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι δεν μπορεί να καταλήξει σε απάντηση σε κάθε παγιωμένη έκφραση, αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις παραθέτει τις επικρατέστερες εκδοχές.

Μιλήσαμε μαζί του σε μία προσπάθεια να κατανοήσουμε «Γιατί μυρίζουμε τα νύχια μας», «γιατί μας έκοψε λόρδα» και ποια είναι η «Μιχαλού» και γιατί «της χρωστάμε»…

«Οι εκφράσεις αλλάζουν» λέει ο κ. Σαραντάκος. «Για παράδειγμα η έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς”. Η αρχική της σημασία είναι «αυτός δεν είναι στα καλά του”. Ωστόσο επειδή δεν έχει μεγάλη διαφάνεια η έκφραση τώρα έχει αρχίσει και σημαίνει «αυτός έχει αρχίσει και χρωστάει παντού”. Υπήρχε μία εκδοχή ότι η Μιχαλού ήταν τάχα μία ταβερνιάρισσα που ζούσε στο Ναύπλιο τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, κάπου γύρω στο 1830, η οποία ήταν πολύ αυστηρή και κυνηγούσε όσους, όσους της άφηναν βερεσέδια, της χρωστούσανε δηλαδή και μάλιστα τους κυνηγούσε τόσο πολύ που στο τέλος τους τρέλαινε. Ωστόσο αυτή η εκδοχή αποδεικνύεται αβάσιμη αν σκεφτούμε ότι σε κείμενο του 1810 «Χρωστάτε της Μιχαλούς”. Άρα δηλαδή δεν είναι αυτό, εφόσον υπάρχει το 1810 σε κείμενο δεν μπορεί να δημιουργήθηκε το 1830».

«Η εξήγηση η δική μου είναι ότι Μιχάλης λέγεται σε διάφορα μέρη ο ελαφρόμυαλος, για κάποιο λόγο που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, οπότε όταν κάποιος χρωστάει και στον Μιχάλη σημαίνει ότι είναι ακόμα πιο ελαφρόμυαλος από τον Μιχάλη. Από εκεί πήγε και στην Μιχαλού με κάποιο τρόπο».

«Εγώ σας είπα μία εξήγηση που δεν είναι και τόσο σίγουρη γιατί έχουμε κάποιες αμφιβολίες. Γενικά στις εκφράσεις αυτές κάποιοι έχουν την τάση να εξηγούν τις εκφράσεις παραθέτοντας με βεβαιότητα γεγονότα, όπως αυτό με την ταβερνιάρισσα, τα οποία δεν υπάρχουν είναι μύθος, αλλά όταν κάτι το αναφέρεις με παρρησία και βεβαιότητα γίνεσαι πιο πειστικός. Γενικά εγώ είμαι πάρα πολύ δύσπιστος με τις εξηγήσεις των εκφράσεων αυτών οι οποίες συνδέονται με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και αυτό που λέω είναι ότι όπου βλέπετε ιστορικά γεγονότα πρέπει να είστε εξαιρετικά δύσπιστοι στην εξήγηση της έκφρασης. Εκτός αν είναι κάτι όπως όταν λέμε «έγινε της Κορέας” που προφανώς συνδέεται με τον πόλεμο της Κορέας, οπότε το 1953 βγήκε αυτή η έκφραση που έγινε και ο πόλεμος το 1952-1953».

«Για παράδειγμα η έκφραση «αυγά σου καθαρίζουνε” τη λέμε όταν κάποιος γελάει χωρίς να υπάρχει λόγος κατά τη γνώμη μας ή δείχνει χαρούμενος χωρίς, κατά τη γνώμη μας, να υπάρχει λόγος. Αυτό υποτίθεται ανάγεται στους αρχαίους Ρωμαίους που είχαν μία γιορτή, πραγματοποιούσαν δημόσιο αυγοπόλεμο. Στην πραγματικότητα είναι τελείως απίθανο αυτό. Η εξήγηση είναι πολύ πιο απλή. Τον παλιό καιρό, πριν από 100 χρόνια, υπήρχε στέρηση στον κόσμο, δεν είχε ο κόσμος φαγητά να τα πετάει, το μικρό παιδί γελάει από χαρά όταν βλέπει την μητέρα του να του καθαρίζει αυγά για να τα φάει γιατί πεινούσαν τα παιδιά. Κατά τη γνώμη μου οι εξηγήσεις που είναι πραγματικές συνήθως είναι πολύ λιγότερες εντυπωσιακές από τις άλλες που διαδίδονται».

Όπως μας εξηγεί ο κ. Σαραντάκος φροντίζει να μπαίνει και στα σώματα των κειμένων να βλέπει πότε εμφανίζεται μία φράση και στα κείμενα οπότε αυτό πολλές φορές τον κατατοπίζει για το πώς γεννήθηκε η φράση.

«Από την άλλη μεριά υπάρχουν και αρχαίες φράσεις. Για παράδειγμα η φράση «κάνει μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα” που την λέμε όταν κάποιος καρπώνεται τον έπαινο για κάτι που δεν έκανε, αυτή η φράση είναι αρχαία υπάρχει στους αρχαίους παροιμιογράφους.

Πολλές εκφράσεις προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα διότι παλιότερα ο κόσμος πήγαινε πολύ συχνά στην εκκλησία και από εκεί ήταν το μόνο μέρος που άκουγε κάτι διαφορετικό από τα καθημερινά, δεν είχε ούτε βιβλία ούτε τηλεόραση ούτε τίποτα οπότε πήρε από την εκκλησιαστική γλώσσα πάρα πολλές εκφράσεις όχι πάντοτε χρησιμοποιώντας τις με η σωστή σημασία αλλά όπως την καταλάβαινε. Για παράδειγμα το «Ζωή χαρισάμενη” είναι από το πασχαλινό «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, και τοις εν τοις μνήμασιν, ζωήν χαρισάμενος”, έγινε δηλαδή το χαρισάμενος, που χάρισε δηλαδή ζωή ο Χριστός που αναστήθηκε, επίθετο».

«Λέμε «Του έψαλε τον αναβαλλόμενο” που σημαίνει ότι τον επέπληξε για πολύ ώρα αυστηρά. Ο αναβαλλόμενος είναι ένα δοξαστικό της Μεγάλης Παρασκευής, είναι ένα μακρύ τροπάριο που διαρκεί πολύ και ψάλλεται αργά. Και ξεκινάει «Σε τον αναβαλλόμενον το φως, ώσπερ ιμάτιον…» δηλαδή εσύ που τυλίγεσαι το φως σαν ρούχο. Η λαϊκή χρήση αδιαφορεί για το τι σημαίνει η λέξη και κρατάει μόνο ότι είναι ένα μακρύ και βαρετό τροπάρι».

 – Έχετε βρει εξήγηση για όλες τις εκφράσεις;

«Αυτό προσπαθώ να πω ότι δεν μπορούμε να βρούμε εξήγηση για όλες. Μπορούμε να στηριχτούμε στην αναλογία, στο τι λέγεται σε άλλες γλώσσες, γιατί αυτό το πράγμα δεν είναι ανάγκη να είναι δανεικό αλλά μας δείχνει πώς οι άνθρωποι συλλαμβάνουν και περιγράφουν ένα φαινόμενο. Εγώ προσπαθώ ό,τι γράφω να είναι στηριγμένο ακόμα και οι υποθέσεις που κάνω να είναι στηριγμένες σε κάποιες πηγές.

Για την έκφραση «πράσσειν άλογα” και «πράσινα άλογα” που την λέμε όταν είναι κάνει απίθανο, ή παράξενο, ή παράλογο ή όταν ακούμε κάποια ανοησία . Αυτή η έκφραση υποθέτουν κάποιοι ότι είναι από την αρχαία έκφραση «πράττειν άλογα» όμως δεν υπάρχει στην αρχαία γραμματεία τέτοια πρόταση και η έννοια του πράσινου αλόγου για να δηλώσουμε το απίθανο υπάρχει σε πολλές άλλες γλώσσες. Τι πιο απίθανο πράγματι από ένα πράσινο άλογο. Υπάρχουν καφετιά άλογα, κίτρινα άλογα, μαύρα, άσπρα αλλά πράσινα δεν υπάρχουν. Για αυτό και στην αποκάλυψη του Ιωάννη που περιγράφει φαινόμενα υπερφυσικά λέει κάπου και «Και ιδού ίππος χλωρός” δηλαδή είναι πολύ αρχαία η έννοια του πράσινου αλόγου. Μην ξεχνάμε ότι το άλογο ήταν όπως έχουμε σήμερα το αυτοκίνητο, δηλαδή πολύ βασικό πράγμα για αιώνες και αιώνες για τη ζωή του ανθρώπου. Το πράσινο άλογο ήταν η εικόνα του απίθανου και του παράλογου».

«Οι εκφράσεις αυτές» συνεχίζει ο κ. Σαραντάκος, «διασώζουν την εικόνα μίας κοινωνίας αγροτικής πολύ διαφορετικής από σήμερα επειδή η γλώσσα είναι πράγμα συντηρητικό».

«Για παράδειγμα λέμε ότι ο τάδε που διορίστηκε «έδεσε το γάιδαρό του”, εξασφαλίστηκε δηλαδή. Σήμερα ελάχιστα χρησιμοποιούνται οι γάιδαροι πλέον, όμως αυτό απηχεί μία εποχή που ο κάθε γεωργός είναι γάιδαρο και τον χρησιμοποιούσε για την δουλειά του και «κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε”. «Έφτασε ο κόμπος στο χτένι” λέμε όταν μία κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Το χτένι δεν είναι αυτό που χτενίζουμε τα μαλλιά μας αλλά το χτένι του αργαλειού. Ο αργαλειός είχε δύο μεγάλα χτένια τα οποία χώριζαν τα νήματα και όταν είχε γίνει ένας κόμπος σε κάποιο νήμα κι έφτανε ο κόμπος στο χτένι τότε δεν θα μπορούσε να δουλέψει ο αργαλειός και έπρεπε ο χειριστής του αργαλειού να επέμβει αμέσως και να λύσει τον κόμπο για να μπορέσει να συνεχίσει να δουλεύει ο αργαλειός. Αν και σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί αργαλειοί, εμείς διατηρούμε μία έκφραση που έχει αιώνες πίσω της και πάντα απηχεί μία διαφορετική κοινωνία».

Ελληνική γλώσσα, ορθογραφία και αστυνομία της γλώσσας

– Πολλοί μιλούν για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας. Συμφωνείτε;

«Αυτό για την ανωτερότητα της γλώσσας, κατά τη γνώμη μου, είναι λάθος να το τοποθετούμε έτσι. Καταρχήν ποια γλώσσα εννοούμε: τα αρχαία ελληνικά ή τα νέα ελληνικά. Οι περισσότεροι εννοούν τα αρχαία ελληνικά. Τα αρχαία ελληνικά είναι η γλώσσα που χρησιμοποίησε ένας πολιτισμός ο οποίος έδωσε αριστουργήματα της παγκόσμιας γραμματείας, που είναι κλασικά και συγκινούν ακόμα τον κόσμο, αυτό δεν σημαίνει ότι η γλώσσα έχει κάποια ανωτερότητα. Η γλώσσα δουλεύτηκε περισσότερο πράγματι όπως όμως κάθε εργαλείο που ακονίζεται. Αυτό περισσότερο είναι έπαινος προς τους προγόνους μας που δημιούργησαν αυτά τα αξεπέραστα έργα, όχι τόσο όμως ως προς τη γλώσσα διότι στην ίδια γλώσσα γραφτήκανε αργότερα και πολύ βαρετά πράγματα.

Σήμερα εμείς υπερηφανευόμαστε και δικαίως επειδή σε πολλές ξένες γλώσσες υπάρχουν ελληνικά δάνεια, διεθνείς λέξεις που έχουν σχηματιστεί με βάση τα ελληνικά γλωσσικά στοιχεία π.χ. τηλέφωνο «τήλε και φωνή”.

Αυτό μας δημιουργεί, και καλώς μας δημιουργεί, είτε ένα ευχάριστο ξάφνιασμα είτε ένα αίσθημα υπερηφάνειας αλλά δεν αντανακλά στην ελληνική γλώσσα αλλά στην αίγλη του ελληνικού πολιτισμού».

 – Τι έχετε να πείτε για τους καυγάδες ορθογραφίας στα σχόλια και τους «αστυνόμους» του διαδικτύου;

«Δεν διορθώνουν μόνο την ορθογραφία αλλά και τη σύνταξη. Η ορθογραφία είναι κάτι εντελώς συμβατικό. Δεν είναι πολύ βασικό πράγμα, ωστόσο είναι αλήθεια ότι και σε άλλες γνώσεις, ίσως όμως επειδή ο άνθρωπος σε πολύ μικρή ηλικία 5-6 χρονών μαθαίνει να γράφει και να διαβάζει και του εντυπώνεται η ορθογραφία. Παρόλο που ο προφορικός λόγος έχει προτεραιότητα, του εντυπώνεται όμως ένας τρόπος αποτύπωσης του προφορικού λόγου. Μαθαίνει κάποιος ότι το τρένο γράφεται με «αι” στα 6 του χρόνια και μετά όταν δει ότι γράφεται με «ε” αισθάνεται ότι του ανατρέπεται ο κόσμος και παθαίνει ένα είδος ηθικού πανικού.

Είναι κατανοητό αλλά δεν σημαίνει ότι επειδή αλλάζει η ορθογραφία, που αλλάζει με πολύ αργούς ρυθμούς, ότι παθαίνει τίποτα η γλώσσα. Και εξάλλου μας ενοχλούν μόνο οι αλλαγές εκείνες στις οποίες βρισκόμαστε μπροστά τους όταν γίνονται.

Για παράδειγμα εάν ανοίξετε μία εφημερίδα του 1920, τώρα με το διαδίκτυο μπορείτε να βρείτε εύκολα κάποια, θα δείτε ότι το «είναι” γράφεται «είνε” με «ε”. Αυτή η αλλαγή δεν μας ενοχλεί γιατί αυτή έγινε πριν γεννηθούμε. Οι αλλαγές που γίνανε και εμείς τις βρίσκουμε εγκατεστημένες δεν μας ενοχλούν, έτσι λοιπόν και την κόρη μου δεν την ενοχλεί το τρένο γιατί το έμαθε στο σχολείο με «ε”.

Όσον αφορά την γλωσσική αστυνομία, θα πρέπει να ξέρουμε ότι στο διαδίκτυο ο λόγος είναι κάπως αφρόντιστος. Στο Facebook για παράδειγμα είναι ουσιαστικά προφορικός λόγος γιατί είναι πολύ πρόχειρος. Δεν πρέπει να έχουμε απαιτήσεις από αυτόν τον σαν προφορικό λόγο και μάλιστα τις ίδιες που έχουμε από τον γραπτό λόγο. Αυτά τα λάθη τα οποία ανακαλύπτει κανείς και κάποιες φορές δεν τα ανακαλύπτει απλώς σχεδόν τα εκβιάζει στο κείμενο του άλλου είναι ένας τρόπος να ασκήσεις εξουσία. Επειδή δεν μπορείς να χτυπήσεις ή δεν σου αρέσει το περιεχόμενο των λεγομένων που λέει ο άλλος του λες «α έκανες το τάδε λάθος”.

Αυτό είναι ένα λογικό άλμα, επειδή ο άλλος έκανε μία ανορθογραφία είναι ανορθόγραφος που δεν ισχύει αυτό με μία ανορθογραφία και επειδή είναι ανορθόγραφος αυτά που λέει δεν έχουν καμία σημασία. Αντί να αντικρούσουμε τα επιχειρήματα του μένουμε στη συσκευασία».

Ας δούμε τι σημαίνουν και από πού βγήκαν ορισμένες εκφράσεις που χρησιμοποιούμε στην καθομιλουμένη όπως μας εξηγεί στο βιβλίο του «Λόγια του αέρα – Και άλλες 1000 παγιωμένες εκφράσεις» ο κ. Νίκος Σαραντάκος.

Κάτσε στ’ αυγά σου: κάτσε φρόνιμα μην εκτίθεσαι σε κινδύνους, μην ασχολείσαι με ξένες υποθέσεις. Ιδίως μην ασχολείσαι με τα κοινά, περιορίσου στα στενά βιοποριστικά-οικογενειακά σου ενδιαφέροντα. Η μεταφορά από την κλώσα που δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για τα αυτά που κλωσάει ακίνητη.

Κάτι τρέχει στα γύφτικα: δεν συμβαίνει τίποτα το σοβαρό, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Υποτίθεται ότι οι γειτονιές των γύφτων (τα γύφτικα) αναστατώνονται με το παραμικρό.. Η φράση είναι πάντα ειρωνική ή περιφρονητική.

Με κόβει λόρδα: περνάω μεγάλες πείνες. Το περίεργο ουσιαστικό λόρδα είναι από τα βενετικά (lorda). Δεν ευσταθεί η παλαιότερη θεωρία ότι πλάστηκε από το λόρδος, ως σαρκαστική αντιστροφή της έννοιας από τον βαθύπλουτο στον ψωροφαντασμένο μπατίρη. Βέβαια, σχετικά λογοπαίγνια είναι άφθονα.

Έφαγε τα λυσσακά του: προσπάθησε με κάθε τρόπο να πετύχει κάτι. Η έκφραση ξεκίνησε από το άλογο το οποίο προσπαθεί απεγνωσμένα να απαλλαγεί από το χαλινάρι μασώντας το. Στην προσπάθειά αυτή βγάζει αφρούς που λέγονται λυσσακά επειδή έμοιαζαν με τους αφρούς του λυσσασμένου σκύλου.

Να μυρίσω τα νύχια μου: από πού και ως πού θα έπρεπε να το ξέρω αυτό; Θυμωμένη ή ειρωνική απάντηση σε κάποιον που έχει την αξίωση να γνωρίζουμε ή να έχουμε μαντέψει ή προβλέψει κάτι. Το λαγωνικό, όταν ιχνηλατεί με την μύτη στο χώμα, φαίνεται σαν να μυρίζει τα νύχια του. Η σύνδεση της φράσης με τις μαντικές τελετές στερείται οποιαδήποτε βάση. Σπανιότερα, αντί για τα νύχια χρησιμοποιούνται τα δάχτυλα (δεν μύρισα τα δάχτυλά μου).

Στο πηγάδι κατούρησα;: Ερώτηση παραπονεμένης απορίας ή διαμαρτυρίας κάποιου που βλέπει να μην του επιφυλάσσουν ίδια μεταχείριση με τους άλλους, να μην του δίνουν το μερίδιο που δικαιούται. Συνήθως αφορά θέματα ελάσσονος σημασίας. Τα παλιά χρόνια, το να ουρεί κανείς στο πηγάδι από όπου έπαιρναν όλο το χωριό νερό ήταν σοβαρή αιτία περιθωριοποίησης.

Τα βρήκε μπαστούνια: συνάντησε μεγάλες δυσκολίες, απέτυχε. Η φράση πρέπει να προέρχεται από παιχνίδια της οικογένειας της πρέφας, όπου τα μπαστούνια είναι το χαμηλότερο ιεραρχικά από τα τέσσερα χρώματα της τράπουλας. Έτσι αν τα δύο φύλλα που βρει ο εκτελεστής στην αγορά είναι μπαστούνια υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να του είναι κατάλληλα και να «μπει μέσα».

Έγινε της π… το κάγκελο: έγινε μεγάλη αναστάτωση, φασαρία. Και για θορυβώδη διασκέδαση. Συχνά χωρίς το κάγκελο, σπανιότερα το μαγκάλι.Δεν με πείθει η διαδεδομένη (αλλά ατεκμηρίωτη) άποψη, σημειώνει ο κ. Σαραντάκος, ότι τάχα υπήρχε παλιότερα στο Νέο Φάληρο μία ξύλινη εξέδρα με πολλά κάγκελα στην οποία συνωθούνταν οι ιερόδουλες της εποχής περιμένοντας πελάτη όταν κατέφθανε ο συμμαχικός στόλος. Πιθανότερο βρίσκω, συνεχίζει,να προήλθε η έκφραση από τους συχνούς  καβγάδες που γίνονταν στους οίκους ανοχής. Βέβαια για τέτοιες εκφράσεις δύσκολα βρίσκονται παλιές γραπτές μαρτυρίες. Το μεταφράζουν σκωπτικά στην καθαρεύουσα, δήθεν για ευπρεπέστερο: τοις επί χρήμασι εκδιδόμενης γυναικός το σιδηρούν κιγκλίδωμα.

Του κόλλησαν τη ρετσινιά:τον συκοφάντησαν. Ρετσινιά ήταν παλιότερα ένα είδος έμπλαστρου αλειμμένου με ρετσίνι για τα κρυολογήματα. Όπως ήταν ενοχλητικό και ξεκολλούσε πολύ δύσκολα, πήρε αυτή τη μεταφορική σημασία.

Τα έχει τετρακόσια: έχει γερό μυαλό, είναι σώφρων, προσγειωμένος , ξέρει τι του γίνεται. Τετρακόσια εν προκειμένω είναι τα δράμια της οκάς, επομένως ο νους του δεν είναι ελλιποβαρής, είναι όσος πρέπει.

Έγινε Τούρκος: εξαγριώθηκε. Η Τουρκοκρατία μας άφησε κληρονομιά πολλές παροιμίες και εκφράσεις με τους Τύρκους, αλλά αυτή που αναφέρεται στην αγριότητά τους, εξηγεί ο κ. Σαραντάκος, είναι ίσως η μόνη που απομένει σε κάπως συχνή χρήση. Όπως δείχνει το απόσπασμα δεν αναφέρεται πάντα σε θυμό ανθρώπων. «Και μην είχε σκοπό να λιγοστέψει η χιονιά; Όσο πήγαινε, Τούρκος γινότανε. [Α. Καρκαβίστας, Λόγια της πλώρης].

*Πηγή(πρώτη δημοσίευση)

shares